6ο Φεστιβάλ Μαθητικού Ραδιοφώνου | 4ο Γυμνάσιο Κέρκυρας – Το υπερφυσικό ραδιόφωνο
36879
post-template-default,single,single-post,postid-36879,single-format-standard,ajax_updown,page_not_loaded,,vertical_menu_enabled,side_area_uncovered_from_content,overlapping_content,footer_responsive_adv,qode-theme-ver-9.1.2,wpb-js-composer js-comp-ver-4.11.2,vc_responsive
 

14 Απρ 4ο Γυμνάσιο Κέρκυρας – Το υπερφυσικό ραδιόφωνο

Αντζελίνα Καρβούνη, Β’ τάξη

 

Ήταν 10 η ώρα. Εκείνο το βράδυ η Αγγελίνα είχε γυρίσει νωρίς απ’ τη δουλειά της. Είναι ντετέκτιβ σε ένα αστυνομικό τμήμα της Αττικής. Έφαγε βραδινό παρέα με τη μητέρα της και κάθισαν στο σαλόνι, να τα πούνε. Ένας παράξενος θόρυβος ακούστηκε κάποια στιγμή απ’ τη σοφίτα, αλλά δεν έδωσαν σημασία και συνέχισαν την κουβέντα τους. Ώσπου ένας ακόμη θόρυβος ακολούθησε. Η Αγγελίνα ανέβηκε τις σκάλες και άνοιξε το μικρό πορτάκι που οδηγούσε στη σοφίτα. Μπήκε μέσα και έκλεισε πίσω της, για να μη βγει το ποντίκι που φανταζόταν ότι τριγυρνούσε ανάμεσα στα παλιά αντικείμενα.

Καθώς κοιτούσε τριγύρω, η ματιά της έπεσε στα κουτιά με τα πράγματα του πατέρα της. Είχε πεθάνει το 1996. Για την ακρίβεια τον είχαν πυροβολήσει άγνωστοι κουκουλοφόροι που εισέβαλαν ξαφνικά εκείνο το βράδυ στο σπίτι τους και είχαν ύστερα διαφύγει. Ο θάνατός του παρέμεινε άλυτο μυστήριο για κείνη, πέρασαν τόσα χρόνια και δεν είχε μάθει ούτε την ταυτότητα αυτών που της στέρησαν τον αγαπημένο της ούτε γιατί το είχαν κάνει. Άνοιξε τώρα τα κουτιά και βρήκε όλες του τις φωτογραφίες, τα γράμματα, όλες τις υποθέσεις που του είχαν ανατεθεί απ’ την Υπηρεσία κι εκείνος τις είχε εξιχνιάσει. Στο μυαλό της έρχονταν αναμνήσεις 23 χρόνια πριν μαζί του, όταν εκείνη ήταν μόλις δέκα και τον βοηθούσε με τις υποθέσεις του. Από τότε ήξερε ποιό δρόμο θα έπαιρνε, θα ακολουθούσε τα χνάρια τα δικά του.

Ξαφνικά ακούστηκε και πάλι ο ήχος που την έφερε στη σοφίτα. Διαπίστωσε όμως τώρα ότι ήταν σαν κάποιος να μιλούσε. Πάσχισε να καταλάβει από πού προερχόταν, ώσπου το βλέμμα της εντόπισε το παλιό ραδιόφωνο του πατέρα της. Από εκεί ερχόταν ο ήχος! Μα ποιος το είχε ανάψει; Ήταν συνδεδεμένο με μια πληθώρα καλωδίων, που ο πατέρας της είχε φτιάξει. Οι φωνές που ακούγονταν της ήταν γνώριμες και της έφεραν αναμνήσεις απ΄τα παλιά. Δεν άργησε να καταλάβει ότι η μία ήταν η δική της η φωνή πριν πολλά χρόνια· η μικρή Αγγελίνα που μιλούσε και γελούσε μαζί με κάποιον άντρα. Ήταν ο μπαμπάς της!

Αναστατώθηκε. Άρχισε να πατάει τα κουμπιά του ραδιοφώνου, για να το θέσει εκτός λειτουργίας, αλλά δεν τα κατάφερνε. Το ένα απ’ αυτά ήταν πολύ μεγαλύτερο και είχε χρώμα κόκκινο. Τη στιγμή που το πάτησε μουρμούριζε.

– Μα τι στο καλό συμβαίνει;

– Ποιος είναι εκεί; Τι γίνεται; ακούστηκε μια αντρική φωνή απ’ το ραδιό-φωνο.

Η Αγγελίνα σοκαρίστηκε. Δεν ήταν σίγουρη αν όντως την άκουσαν και της απάντησαν ή αν ήταν τυχαίο. Έτσι ξαναπάτησε το κόκκινο κουμπί.

-Μ’ ακούτε; ρώτησε αγχωμένη.

-Ναι, απαντάει εκείνος.

-Ποιος είναι και πώς γίνεται να μιλάμε μέσω ραδιοφώνου;

-Έχουμε ακριβώς την ίδια απορία, δεσποινίς μου. Το όνομά μου είναι Κώστας, Κώστας Καλός.

-Μπαμπά; Μπαμπά μου, εγώ είμαι, η Αγγελίνα σου… Μα νόμιζα ότι πέθανες! Θέλω να πω, σε είδα να πεθαίνεις…

-Αγγελίνα; Πώς γίνεται; Ακούγεσαι μεγαλύτερη!

-Τι χρονολογία είναι, μπαμπά;

-1996 δεν είναι, Αγγελίνα μου;

-Δεν είναι 1996, μπαμπά! 2019 έχουμε!

-Αγγελίνα, αγάπη μου, με ποιον μιλάς ; φώναξε από κάτω η μητέρα της.

-Τίποτα μαμά, της απάντησε. Έρχομαι.

-Αύριο την ίδια ώρα να είσαι έτοιμος στο ραδιόφωνο, ψιθύρισε στον Κώστα, και κατέβηκε.

Η Αγγελίνα δεν ήθελε να αναστατώσει και τη μητέρα της, δεν έπρεπε να μάθει τίποτε, τουλάχιστον όχι ακόμα. Απέφυγε τη συζήτηση πηγαίνοντας για ύπνο. Όλο το βράδυ όμως σκεφτόταν ότι αυτό το ραδιόφωνο ήταν κάτι σαν μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στο 1996 και στο 2019, ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν!

Το επόμενο βράδυ συζητούσε ώρες με τον πατέρα της. Με τη συζήτηση ξεπέρασαν την πρώτη τους έκπληξη και συνειδητοποίησαν πώς είχαν τα πράγματα· δυο διαφορετικές χρονικές διαστάσεις είχαν με κάποιο περίεργο τρόπο έρθει σε επαφή. Και όλο αυτό, στο τέλος, τους οδήγησε σε μια φαεινή ιδέα· έβαλαν ως στόχο την «επιστροφή» του Κώστα στο παρόν. Θα μπορούσε να γίνει, αν το 1996 αυτός δεν είχε πυροβοληθεί θανάσιμα. Σκέφτηκαν πως, εάν άλλαζε το παρελθόν, θα ήταν διαφορετικό και το παρόν. Θα κατόρθωναν άραγε να ανατρέψουν τα γεγονότα του 1996;

Ο θάνατος του Κώστα από την επίθεση των κουκουλοφόρων συνέβη 15 Ιουλίου. Το ημερολόγιο τώρα έδειχνε ότι απέμεναν μόλις δέκα μέρες, για να βρουν τον τρόπο να σωθεί ο Κώστας. Μέσω του ραδιοφώνου με το κόκκινο κουμπί του επικοινωνούσαν καθημερινά και κατέστρωναν το σχέδιο προσεκτικά. Ήξεραν ότι, για να πετύχουν, θα ’πρεπε να αποφύγουν όλα τα εμπόδια, καθώς και να είναι προσεκτικοί, διότι ό,τι πείραζαν ή άλλαζαν στο παρελθόν θα είχε αντίστοιχες επιπτώσεις και στο παρόν. Για να τα καταφέρουν στηρίχτηκαν στην αγάπη τους και στο αστυνομικό πνεύμα που και οι δυο, πατέρας και κόρη, διέθεταν. Ήταν σαν ένα παζλ. Λίγα κομμάτια έβαζε ο ένας, λίγα η άλλη και σιγά σιγά τα συνέδεαν. Το σχέδιό τους ήταν την κρίσιμη νύχτα, -που όπου να ’ναι πλησίαζε- η οικογένεια Καλού να είναι καλά κρυμμένη, ώστε να μην πεθάνει ούτε ο Κώστας ούτε κανείς κατά την εισβολή, να μην υπάρξει κανένα απολύτως ατύχημα ή απώλεια.

Όμως, αυτό που τους άγχωνε περισσότερο ήταν ότι το ίδιο ραδιόφωνο που τους ένωσε, το ίδιο τους δυσκόλευε αρκετά, γιατί διαπίστωσαν ότι είχε και άλλες ιδιότητες, που περιέπλεκαν τα πράγματα. Μπορούσε, για παράδειγμα, να ανοίξει από μόνο του ή να κλείσει οποιαδήποτε στιγμή. Ήταν απρόβλεπτο! Επρόκειτο ξεκάθαρα για ένα ραδιόφωνο υπερφυσικό που ξεπερνούσε κάθε φαντασία!

15 Ιουλίου. Έφτασε η μέρα που ή θα γυρνούσε ο Κώστας στη ζωή ή που θα χανόταν για πάντα. Στη μια πλευρά η Αγγελίνα στο παρόν, να περιμένει δίπλα στο ραδιόφωνο έτοιμη να βοηθήσει όπως μπορεί και στην άλλη πλευρά ο Κώστας με τη δεκάχρονη κόρη του και τη μητέρα της κρυμμένοι στη σοφίτα του σπιτιού τους. Η επιδρομή των οπλισμένων ανδρών δεν άργησε και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Στη σοφίτα η οικογένεια Καλού περίμεναν αθόρυβα και, ενώ ο Κώστας ευχόταν να μην ανάψει το ράδιο από μόνο του, αυτό έγινε! Το ’χε προβλέψει όμως η Αγγελίνα και βρισκόταν εκεί, ακριβώς δίπλα του, για να το κλείσει αμέσως, να μην ακουστεί τίποτε και να μην πιαστούν. Οι άνδρες έφυγαν. Για να σιγουρευτούν όμως παρέμειναν κι οι τρεις στη σοφίτα κρυμμένοι όλο το βράδυ.

Το επόμενο πρωί η Αγγελίνα ξύπνησε δίπλα στο ραδιόφωνο. Ήταν τόσο ανυπόμονη που το άνοιξε γρήγορα. Μιλούσε πατώντας το κόκκινο κουμπί, καλούσε τον πατέρα της, όμως κανείς δεν ανταποκρινόταν. Στενοχωρημένη, απογοητευμένη και προβληματισμένη κατέβηκε απ’ τη σοφίτα και ετοιμάστηκε να βγει. Τη στιγμή που άνοιγε την εξώπορτα μια αντρική φωνή ακούστηκε.

-Αγγελίνα μου, πού πας;

Ήταν ο Κώστας και όπως φάνηκε είχαν πάει όλα σύμφωνα με το σχέδιο.

Ό,τι έγινε το θυμάται μόνο η Αγγελίνα και ο πατέρας της. Όσο για το παλιό ραδιόφωνο με το μεγάλο κόκκινο κουμπί; Δεν ξαναδούλεψε ποτέ.

 

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.